αφιέρωμα

Η ποιητική γενιά του '50 στην Ισπανία
Οπισθόφυλλο
Ο κύριος Ταυ
Της Κατερίνας Ηλιοπούλου




Σκέφτομαι πως η ποίησή μου πηγάζει από την αίσθηση ενός πράγματος απέραντα μακρινού που για κάποιο λόγο με πλησιάζει και μου συστείνει τον εαυτό του με τρόπο απόλυτα σαφή. Μετά από αυτή τη συνάντηση πρέπει να μπορέσω να του ανοίξω ένα τόπο. Αυτός ο τόπος αποτελεί ένα κλειστό και αυτοδύναμο γλωσσικό και μυθοπλαστικό σύμπαν που χαρακτηρίζεται από ένα είδος ηθελημένα «φτωχής» γλώσσας, όσο το δυνατόν πιο απλής και αιχμηρής. (αυτό είναι η ενστικτώδης μου έκφραση που έχει γίνει συνειδητός στόχος. Δεν ξέρω αν έχει επιτευχθεί, απλά θα ήθελα να κινούμαι σε αυτήν την κατεύθυνση).

Στην περίπτωση της συλλογής «Ο κύριος Ταυ» μου δώθηκε ένας ανταποκριτής. Ο κύριος Ταυ είναι ο δικός μου Κανένας, ταυτόχρονα το δημιούργημά μου και ο οδηγός μου. Η πρώτη εικόνα που είχα ήταν ένας άνθρωπος που μαυρίζει μεθοδικά μια σελίδα γραμμένου χαρτιού με την πένα του, αρχίζοντας από μία τελεία. Αυτό το σβήσιμο, την περιοχή που θα ονόμαζα απουσία, θέλησα να χαρτογραφήσω και να κατοικήσω μέσω του υποκειμένου Ταυ. Σε αυτήν την περίπτωση η απουσία δεν είναι έλλειψη αλλά ανυπόκριτο βίωμα που αποδεσμεύει από την αγωνία της ταυτότητας και λειτουργεί ενοποιητικά μέσα από το διαχωρισμό. Η αποδοχή του διαχωρισμού, η γνώση της αδιαμεσολάβητης απόστασης, αντί να γίνει θρήνος γίνεται γειτνίαση. Η απουσία είναι υπόσταση του ιλλίγγου αυτής της δύσκολης γειτνίασης.

Τα ποιήματα αποτελούν μια σειρά από στιγμιότυπα του κύριου Ταυ που λαμβάνουν χώρα στο κλειστό περιβάλλον του σπιτιου του όπου οι άλλοι είναι απόντες και τα έπιπλα συγκροτούν κάποιες περίεργες οντότητες (οχήματα υπομονής). Ο κύριος Ταυ δεν είναι ακριβώς αδρανής, βρίσκεται μάλλον επέκεινα της δράσης και μοιάζει κάθε φορά να επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση. Απεκδύεται το εγώ του για να γίνει μέρος του γίγνεσθαι του κόσμου. Κάθε τέτοια του προσπάθεια αποτυγχάνει και αυτή η παλινδρόμηση είναι ίσως μια μεταφορά για την ίδια τη γραφή της ποίησης, για την συγκέντρωση και την σύγκρουση των δυνατοτήτων, την προσπάθεια θεμελίωσης πάνω στο ανύπαρκτο και την σιωπή που ακολουθεί όταν το ανείπωτο ειπωθεί και επιστρέψει στη σιωπή που το διεκδικεί.

 





Ο κύριος Ταυ σε ένα θαλασσινό τόπιο

Μαζεύει ένα βότσαλο απ' την ακροθαλασσιά
Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα,
Να μην διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.
Τα δύο ταυτίζονται.
Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο,
 αποφασίζει πως το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου
                                                                          και το πετάει μακριά. 
Το βότσαλο πέφτοντας δημιουργεί αυτό που λέμε
                                                                         «τρύπα στο νερό»
Ο Κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη
και ανεξήγητη ζήλεια για το βότσαλο.

Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.
Στην αρχή είναι αλμυρό.
Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.
Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.
Ενας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,
που ρουφάει τη φωνή του.

Με  έκπληξή του όμως διαπιστώνει
Πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.
Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.
Ενα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του.
Οταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο κείμενο.
Ο Κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.

 

Το ρήγμα

Μέσα στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο υπάρχει το ρήγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λεπτή ρωγμή στο πάτωμα σχεδόν αόρατη. Τίποτε το ανησυχητικό. Εκτός από το γεγονός πως η σχισμή δεν είναι αδρανής. Συχνά ένα ρεύμα εξέρχεται από αυτήν που μυρίζει σκόνη και σκουριά. Και κάτι άλλο απροσδιόριστο. Επίσης, πως έχει φωνή. Το πιο πολύ είναι μουγγή. Ομως, αραιά και πού παράγει έναν ήχο.

Καμιά φορά τρέχει εκεί, γονατίζει και μυρίζει σαν σκύλος. Υστερα απομακρύνεται αργά μολυσμένος από μια φλέβα χοϊκή, παράνομη.
Φοράει τότε το παλτό του και ανοίγει την πόρτα.
Επικινδυνότερος, αψύς και κοφτερός σαν λεπίδι περπατάει.
Θερίζει τα βλέμματα. Κουρντίζει των δρόμων το τραγούδι. Ρουφάει το μεδούλι της εσπέρας
Από το κούφιο κόκκαλό της φτιάχνει έναν αυλό και σαν φονιάς τον χώνει βιαστικά στην τσέπη.
Τα δάχτυλα χαϊδεύουν τις οπές.
Μα δεν τολμά να παίξει.
Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της εκπνοής.

 

Γραφείο Ι: σταθμός αναμονής

Φορέας του βάρους των αγκώνων
Της φρίκης των λευκών χαρτιών.

Το σαράκι, ο μετρονόμος της σιωπής,
Σκάβει λαβύρινθους τυφλούς, αθέατους μέσα στην ύλη.
Ο κύριος Ταυ ανάβει το τσιγάρο του
Σηκώνει το κεφάλι του ψηλά και αφουγκράζεται:

Τι είπε το σαράκι:

«Η σιωπή δεν είναι αρρώστια που ζητάει θεραπεία
Μόνο είναι πλέξη από νερό στου πέλαγου το βάθος.
Ταξίδι που αναβάλλεται και η αναμονή του

Η σιωπή δεν είναι σεντόνι που σκεπάζει τον κόσμο
Μόνο είναι πείνα δίκλωνη που σας θερίζει.

Ποιος θα χωρίσει τα κλωνιά το γήτεμα να σπάσει;
Ποιος θ' ασημώσει το γυαλί για να γενεί καθρέφτης;»

 

(ποιήματα από τη συλλογή «Ο κύριος Ταυ», εκδόσεις Μελάνι, 2007)

katilio@yahoo.gr

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.