«Φλέβες οι ποταμοί, / καρδιά η θάλασσα, ίδιος παλμός ενώνει τα νερά. / Ποιος Ισμηνός; / Ποιος Σκάμανδρος; / Ποιος Ιορδάνης; / Oπου καθρεφτιστείς, το πρόσωπό σου απαράλλαχτο.» («Καθρέφτες»). Τη νέα συλλογή του Γιάννη Ευθυμιάδη, τον «Καινό διαιρέτη», τη διασχίζουν ποταμοί που στα νερά τους κυλά η Ιστορία και ο μύθος. Το «αχάραχτο ποτάμι» της πρώτης ποιητικής πλακέτας του έχει δώσει τη θέση του στο ποτάμι που «ενώνει / κάτω από τα πράγματα» («Η πρώτη ημέρα της δημιουργίας»), σε ποταμούς-καθρέφες όπου ο ποιητής αναζητά το πρόσωπό του, τον πυρήνα ενός εγώ που ορίζεται μόνο σε σχέση με τον άλλον, ενός λόγου που περιέχει τον λόγο του άλλου. «Αβυσσος από μέσα σου ξεχύθηκα / έγινα αυτό που θες και σ' εκδικήθηκα / φόρεσα τη μορφή σου και στην έδειξα / ήταν καιρός / που σήκωνες το βάρος να σου μοιάζω» («Το τραγούδι του ερχομού»).
Η ετερότητα, «πικρός καρπός δικοτυλήδονος» («Οι δυνάμεις»), ο άλλος, ξένος και δικός, που ορίζει την ταυτότητα του υποκειμένου, τον κόσμο και την ποιητική αναπαράστασή του· η διαίρεση στο αυτό και το έτερο που υπεισέρχεται στην καρδιά του ποιήματος από το «Προανάκρουσμα» ήδη· το αίτημα της ενότητας και της συνέχειας, μέσα από το διαρκή μετασχηματισμό και τη συναίρεση: ιδού οι άξονες της συλλογής του. Από την ιστορία του Διονύσου, που τιμωρεί τους αρνητές και πολεμίους του κατακυριεύοντάς τους, μεταδίδοντάς τους τη μανία του, έως τον Τρωικό Πόλεμο και την Κασσάνδρα, τις πυρκαγιές και τις ανδροκτασίες και τη βιβλική παράδοση, ο Ευθυμιάδης μιλάει για τη δημιουργία και την αναδημιουργία, τον «αμείλικτο κύκλο» που το τέλος είναι η αρχή του, του χρόνου, της συνομιλίας, της συνοχής και της συνέχειας. Αυτός ο κύκλος είναι ένας «ωραίος κύκλος τέλειος», όπως ζητούσε ο Ευθυμιάδης στο Στίγμα, αλλά και μια δίνη, που στους ζωογόνους στροβίλους της τα πάντα μεταμορφώνονται, μες στα νερά των ποταμών, μες στην ιερότητα και το αμετάκλητο του χρόνου - που επίσης είναι «ένας τόπος να εξοριστείς» («Σιωπές του ποταμού»), μέσα στο «λάλον φως» ενός διαρκούς γίγνεσθαι που αποδεικνύεται, εντέλει, ουσιωδώς ποιητικό. Το κύριο ζητούμενο για τον Ευθυμιάδη είναι η «άμωμος σύλληψη», η ένωση με τους αδελφούς, με τους προπάτορες και το λόγο τους.
Τα ποιήματα του Ευθυμιάδη κόβονται στα δυο. Πάνω το έτερο, η πηγή και η ροή του χρόνου και της ποίησης. Και κάτω το ομιλούν υποκείμενο σε πρώτο πρόσωπο, η υπαρξιακή αγωνία και απορία, ο διάλογος με τον άλλον μέσα και έξω από τους στίχους, έως ότου ο κύκλος κλείνει: «Το τέλος της αρχής είναι κοντά. Απεκδύσου». («Κύκλος»). Λίγο πριν το τέλος αυτό, η συνομιλία αυτή έχει αλλάξει διάσταση, έχει συμμορφωθεί προς τη βαρύτητα και τη χοϊκή φύση του ανθρώπου, αλλά και το βάθος του χρόνου, έχει γίνει κάθετη - στο «Τραγούδι του νέου και της νέας», που αφομοιώνει τις αναφορές στο Ασμα Ασμάτων σε ένα ποίημα ποιητικής, πλέκει τον έρωτα των σωμάτων με αυτόν των λέξεων. Λίγο μετά, έρχεται η «Ανάληψη», το πέρας της διαδρομής, της «οδοιπορίας», των αναβαθμών της αποκαλυπτικής εμβάπτισης της «πανίσχυρης νέας συνθήκης» στην «αρχαία πραγματικότητα».
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ευθυμιάδης κρατά τις υποσχέσεις που είχε δώσει στην πρώτη του ποιητική συλλογή. Το προχώρημά του, μάλιστα, είναι έως και εντυπωσιακό. Η στιβαρή οργάνωση της συλλογής, η εκδίπλωση της ως μια «έντρομη κατόπτευση», ως ένα βλέμμα που ορίζει και ορίζεται στα πολλαπλά κάτοπτρα του κόσμου και των αναπαραστάσεών του, ως μια πορεία προς την ερωτική ένωση του παλαιού με το νέο, προς τον «γενέθλιο τόπο της νόησης», ως μια διαρκής αλληλεπίδραση, αποτελούν στοιχεία πολύ ενδιαφέροντα, ως τόποι και ως τρόποι της ποίησής του. Το ερώτημα που ο ίδιος θέτει, ωστόσο, για την επίδραση, παραμένει: «πόση αλήθεια να χωρέσει μια φωνή / συντροφεμένη μόνο απ' όσες πέρασαν / μέχρι να βρει τη διαδοχή που θα την αφομοιώσει;» («Η συνέχεια»). Πριν τη διαδοχή, ωστόσο, ο αυτοπροσδιορισμός, η κατάκτηση της φωνής: τον Ευθυμιάδη οι άλλοι, μέσα από τους οποίους ορίζεται, μοιάζουν να τον βαραίνουν. Τον αναγκάζουν να απλώνεται, να επεκτείνεται, να παλιλλογεί, κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη τους. Του κόβουν χρόνο από τη δουλειά που πρέπει να κάνει στην πύκνωση και τον ρυθμό, του στερούν σ' έναν βαθμό την αμεσότητα, αναδεικνύοντας τη φιλολογική έμπνευση της δουλειάς του. Μια τελευταία παρατήρηση: η μουσική που ανοίγει, σαν ουβερτούρα, τις ενότητες, μοιάζει να μην χωνεύεται στο σχήμα και το πνεύμα της συλλογής. Ο στιβαρός του λόγος, πάντως, αναβλύζει, ύδωρ άελπτον, τόπους-τόπους απόλυτα προσωπικός και μπορεί να νικήσει το δέος που του γεννούν οι ισχυροί πρόγονοι αλλά και η ίδια η ποίηση.